Το πένθος αλλάζει πολλά.
Αλλάζει εσένα.
Τον τρόπο που βλέπεις τη ζωή.
Τον τρόπο που εκτιμάς τον χρόνο σου.
Τον τρόπο που βλέπεις τον εαυτό σου.
Και, χωρίς να το καταλάβεις, αλλάζει και τον τρόπο που βλέπεις τους ανθρώπους γύρω σου.
Άνθρωποι χάνονται από τη ζωή σου. Κάποιοι επειδή δεν ξέρουν τι να σου πουν. Κάποιοι επειδή δεν αντέχουν να σε βλέπουν να πονάς. Κάποιοι ίσως επειδή δεν ξέρουν πώς να σταθούν δίπλα σου. Και κάποιοι απλώς επειδή δεν είναι εκεί για σένα.
Στην αρχή προσπαθείς να τους δικαιολογήσεις.
«Έχει και αυτός τα δικά του.»
«Ίσως φοβάται μην πει κάτι λάθος.»
«Ίσως δεν ξέρει πώς να με βοηθήσει.»
Η αλήθεια είναι ότι ούτε εσύ ξέρεις πάντα τι χρειάζεσαι. Ούτε εσύ ξέρεις τι θα ήθελες να ακούσεις. Με τον καιρό όμως καταλαβαίνεις κάτι απλό:
Δεν χρειάζεσαι τις σωστές λέξεις. Δεν περιμένεις από κανέναν να σου πάρει τον πόνο. Δεν περιμένεις κάποιος να σου βρει έναν τρόπο να διορθώσει αυτό που συνέβη. Χρειάζεσαι απλώς να είναι εκεί. Να σε ακούσει. Να μη φοβηθεί τη σιωπή σου. Να μη φοβηθεί τα δάκρυά σου. Να σε κοιτάξει στα μάτια και να σε ρωτήσει:
«Πώς είσαι;»
Και να θέλει πραγματικά να ακούσει την απάντηση. Γιατί κάποιοι άνθρωποι δεν μπορούν ούτε αυτό.
Τότε έρχεται ίσως το πιο δύσκολο κομμάτι: Η αποδοχή. Αποδέχεσαι ότι κάποιοι άνθρωποι που περίμενες να είναι εκεί δεν θα είναι. Ότι κάποιες φιλίες αλλάζουν. Κάποιες απομακρύνονται. Κάποιες τελειώνουν. Όχι πάντα επειδή έγινε κάτι μεγάλο. Μερικές φορές απλώς επειδή εσύ άλλαξες.
Γιατί το πένθος σε αλλάζει.
Σε κάνει να βλέπεις διαφορετικά τι έχει σημασία. Τι αξίζει τον χρόνο σου. Πού θέλεις να δίνεις την ενέργειά σου. Και ίσως, πάνω απ’ όλα, σου μαθαίνει να μην κυνηγάς ανθρώπους για την παρουσία τους. Γιατί η παρουσία δεν θα έπρεπε να χρειάζεται να ζητηθεί.
Κι όμως, μέσα σε όλο αυτό, συμβαίνει και κάτι όμορφο.
Κάποιοι άνθρωποι σε εκπλήσσουν. Άνθρωποι που μέχρι χθες ήταν απλώς γνωστοί. Άνθρωποι που δεν περίμενες. Άνθρωποι που μπορεί να μην έχουν τις σωστές λέξεις, αλλά είναι εκεί.
Θα σου στείλουν ένα απλό μήνυμα «Γεια, ήθελα απλώς να δω πως είσαι». Θα σε πάρουν ένα τηλέφωνο. Θα καθίσουν δίπλα σου χωρίς να προσπαθήσουν να γεμίσουν τη σιωπή. Θα σε πάρουν αγκαλιά όταν κλαις. Θα θυμηθούν μαζί σου τις καλές και τις δύσκολες μέρες. Δεν θα κάνουν ότι δεν συνέβη. Θα σε ρωτήσουν ξανά και ξανά, όσος καιρός και αν περάσει. Το πένθος δεν έχει χρονοδιάγραμμα.
Και κάπως έτσι, μέσα στο πένθος, κάποιοι «ξένοι» γίνονται άνθρωποί σου.
Και κάποιοι άνθρωποι που θεωρούσες δικούς σου γίνονται ξένοι.
Δεν είναι εύκολο να το αποδεχτείς αυτό. Γιατί μαζί με την απώλεια που ήδη κουβαλάς, πενθείς μερικές φορές και για κάποιες σχέσεις που δεν είναι πια ίδιες. Για φιλίες που δεν κατάφεραν να περάσουν μαζί σου στην άλλη πλευρά. Για εκείνους που σε απογοήτευσαν όταν τους χρειαζόσουν περισσότερο από ποτέ. Μέσα στο πένθος, χάνεις και ένα κομμάτι του εαυτού σου. Και κάποιες φορές χάνεις και τον τρόπο που ήξερες να υπάρχεις μέσα στις σχέσεις σου.
Το πένθος είναι μοναχικό. Μπορεί να το βιώνεις μαζί με άλλους, αλλά ο καθένας το ζει διαφορετικά. Και αυτό αναπόφευκτα σε απομονώνει.
Μαθαίνεις όμως ξανά.
Μαθαίνεις ποιους θέλεις δίπλα σου. Μαθαίνεις να δέχεσαι την αγάπη εκεί που πραγματικά υπάρχει. Μαθαίνεις να μην παρακαλάς για κάτι που θα έπρεπε να σου προσφέρεται αυθόρμητα. Και μαθαίνεις να κρατάς λίγο πιο σφιχτά εκείνους που έμειναν. Εκείνους που δεν φοβήθηκαν τον πόνο σου. Εκείνους που δεν προσπάθησαν να σε κάνουν να «προχωρήσεις».
Και μέσα σε όλα όσα έχασες, ίσως αυτό να είναι κάτι που δεν θέλεις να χάσεις:
Την ικανότητα να αναγνωρίζεις την αγάπη όταν τη συναντάς. Να την αφήνεις να σε φροντίσει.
Να ανοίγεις ξανά την καρδιά σου σε ανθρώπους που δεν περίμενες. Σε «ξένους» που τελικά έγιναν δικοί σου άνθρωποι.
Και, πάνω απ’ όλα, να μάθεις ξανά να αγαπάς εσύ τον εαυτό σου.
Να σε φροντίζεις.
Να σε προστατεύεις.
Και να επιλέγεις ποιοι άνθρωποι θέλεις να έχουν θέση στη ζωή σου.
♡

Αφήστε μια απάντηση