Ιστορία #004

Η ιστορία της Ειρήνης

Η μητρότητά μου δεν ξεκίνησε με μια αγκαλιά. Χρειάστηκε να περιμένω πέντε ολόκληρες ημέρες μέχρι να συναντήσω πραγματικά τα παιδιά μου.

Ήμουν μόλις 23,5 ετών και περίμενα δύο αγόρια. Λίγες ημέρες πριν από τη γέννησή τους, είχα διαστολή ενός εκατοστού και μεταφέρθηκα στο νοσοκομείο, ώστε οι γιατροί να προσπαθήσουν να καθυστερήσουν τον τοκετό. Μου έκαναν την ένεση για την ωρίμανση των πνευμόνων των μωρών. Χρειάζονταν περίπου σαράντα οκτώ ώρες για να προλάβει να δράσει. Επέστρεψα σπίτι.

Μιάμιση ημέρα αργότερα, ενώ βρισκόμουν με την αδελφή μου, έσπασαν τα νερά. Πανικοβληθήκαμε. Τρέχαμε σαν τρελές για να φτάσουμε στο νοσοκομείο, χωρίς να γνωρίζουμε τι ακριβώς μας περίμενε.

Εκεί, η γυναικολόγος μου έθεσε στη μητέρα μου ένα δίλημμα που καμία μάνα δεν θα έπρεπε να κληθεί να αντιμετωπίσει: είτε θα άφηναν τη διαδικασία να εξελιχθεί, χωρίς να μπορούν να γνωρίζουν τι θα συνέβαινε σε εμένα και στα παιδιά, είτε θα προχωρούσαν ώστε να σώσουν με βεβαιότητα εμένα, χωρίς να μπορούν να εγγυηθούν τι θα γινόταν με τα μωρά.

Η μητέρα μου υπέγραψε το δεύτερο.

«Θα σώσουμε σίγουρα την Ειρήνη και μετά θα δούμε τι θα γίνει με τα μωρά», είπε.

Εγώ δεν γνώριζα τίποτα από όλα αυτά.

Δύο κλάματα μέσα στην ομίχλη

Γέννησα με καισαρική τομή και επισκληρίδιο.

Δεν είχα πλήρως τις αισθήσεις μου, όμως άκουγα και έβλεπα όσα συνέβαιναν γύρω μου σαν μέσα από μια θολούρα. Άκουσα τα παιδιά μου να κλαίνε. Θυμάμαι να τα κρατούν ανάποδα, σαν μικρά κατσικάκια, και ύστερα να τα παίρνουν αμέσως για να τα τοποθετήσουν σε θερμοκοιτίδα.

Ο Γιώργος γεννήθηκε 1.700 γραμμάρια και ο Ηλίας 1.400.

Δύο ώρες αργότερα, τα δύο μωρά μου μεταφέρθηκαν μαζί στο Νοσοκομείο Παίδων «Αγλαΐα Κυριακού». Ο πατέρας τους και η αδελφή μου ακολούθησαν το ασθενοφόρο.

Εγώ έμεινα πίσω.

Μόνη, σε ένα δωμάτιο μαιευτηρίου.

Η πρώτη ημέρα της μητρότητάς μου πέρασε χωρίς τα παιδιά μου.

Παρέμεινα εκεί πέντε ημέρες, καθώς είχα γεννήσει με καισαρική. Στο δωμάτιο γύρω μου, οι άλλες μητέρες είχαν δίπλα τους τα μωρά τους, μέσα στα μικρά μεταφερόμενα κρεβατάκια. Άκουγα τα κλάματά τους, έβλεπα τις αγκαλιές και παρακολουθούσα τη ζωή που πίστευα ότι θα έπρεπε να ζω κι εγώ.

Εγώ ήμουν μόνη.

Παράξενο, αλλά τις περισσότερες ώρες ήμουν σε σχετικά καλή κατάσταση. Πάντα λειτουργούσα με δύναμη και ψυχραιμία μέσα στις δυσκολίες.

Μόνο ένα βράδυ έσπασα.

Μέχρι τότε μόνο ο πατέρας τους μπορούσε να τα επισκέπτεται. Εγώ είχα γεννήσει δύο παιδιά και δεν μπορούσα ούτε να τα δω.

Πόσο να αντέξω κι εγώ;

Η πρώτη μας συνάντηση

Πέντε ημέρες αργότερα πέρασα για πρώτη φορά την πόρτα της Μονάδας.

Ήταν ταυτόχρονα ό,τι καλύτερο και ό,τι χειρότερο είχα βιώσει στη ζωή μου.

Επιτέλους, συναντούσα τα παιδιά μου.

Και την ίδια στιγμή συνειδητοποιούσα ότι, μέχρι να φτάσω κοντά τους, τα βρέφη μου είχαν ήδη περάσει από τα χέρια πολλών άγνωστων ανθρώπων. Γιατρών και νοσηλευτριών που τα φρόντισαν, τα κράτησαν και πάλεψαν για τη ζωή τους. Τους ευγνωμονώ όλους ακόμη και σήμερα.

Εκείνη τη στιγμή, όμως, ένιωσα ράκος.

Είχα μόλις γεννήσει. Θα έπρεπε να βρίσκομαι σπίτι μου, στο κρεβάτι μου, να φροντίζω τα μωρά μου. Να μαθαίνω τα κλάματά τους, να τα ταΐζω, να τα νανουρίζω και να ξενυχτώ δίπλα τους.

Αντί γι’ αυτό, για να τα αγγίξω έπρεπε να περιμένω το επισκεπτήριο.

Η ζωή μας είχε αποκτήσει συγκεκριμένο ωράριο: δύο φορές την ημέρα, λίγες ώρες. Στη Μονάδα επιτρέπονταν μόνο οι γονείς, καθώς νοσηλεύονταν πολλά ακόμη ευάλωτα νεογνά.

Πριν μπούμε, φορούσαμε ολόσωμη στολή, μάσκα και γάντια. Ήξερα ότι όλα αυτά ήταν απαραίτητα για την προστασία των δικών μας παιδιών αλλά και των υπόλοιπων μωρών.

Κι όμως, πονούσε το γεγονός ότι έπρεπε να ντυθώ σαν επισκέπτρια για να πλησιάσω τα ίδια μου τα παιδιά.

Η πρώτη αγκαλιά ήταν συγκλονιστική.

Μαζί με το μωρό έπρεπε να διαχειριστώ ένα σωρό καλώδια και ήχους. Να προσέχω κάθε κίνησή μου, ώστε να μην αποσυνδεθεί τίποτα και συμβεί κάτι κακό.

Ακόμη και η πρώτη μας αγκαλιά έπρεπε να συνυπάρξει με τον φόβο.

Η πρώτη τους μυρωδιά, όμως, και το πρώτο άγγιγμα χαράχτηκαν μέσα μου. Και μου αρέσει να πιστεύω ότι κάτι από εκείνη την αγκαλιά έμεινε βαθιά και μέσα στα αγόρια μου.

Αντί για τα παιδιά μου, θήλαζα ένα μηχάνημα

Εκείνες τις ημέρες έπρεπε να μάθω να θηλάζω όχι τα παιδιά μου, αλλά ένα μηχάνημα.

Μέσα στο κατακαλόκαιρο έβαζα το μητρικό γάλα σε μπουκαλάκια, τα τοποθετούσα μέσα σε παγοκύστες και ξεκινούσα μια διαδρομή σχεδόν μίας ώρας μέχρι το νοσοκομείο.

Ήθελα, έστω κι έτσι, να φτάνει κάτι δικό μου στα παιδιά μου.

Δεν κράτησε πολύ. Η στενοχώρια, η εξάντληση και τα ατελείωτα πήγαινε-έλα επηρέασαν το γάλα μου.

Και μαζί με όλα τα υπόλοιπα, ένιωσα ότι έχανα ακόμη έναν τρόπο να τα φροντίσω.

Όταν επέστρεψα από το μαιευτήριο, το σπίτι ήταν σχεδόν έτοιμο για να υποδεχτεί δύο μωρά.

Ήταν όλα εκεί.

Τα ρουχαλάκια. Τα πράγματά τους. Όσα είχαμε προετοιμάσει με τόση αγάπη.

Μόνο εκείνα έλειπαν.

Όλα έμοιαζαν να βρίσκονται εκεί χωρίς λόγο. Ένα σπίτι γεμάτο πράγματα και ταυτόχρονα τρομακτικά άδειο.

Ίσως ήταν ένα από τα πιο απαίσια συναισθήματα που έχω βιώσει.

Η αίθουσα αναμονής

Στη Μονάδα συνάντησα οικογένειες που έδιναν ακόμη δυσκολότερες μάχες. Υπήρχαν παιδιά με υδροκεφαλία, παιδιά με σοβαρά προβλήματα στο έντερο και άλλες καταστάσεις που μέχρι τότε δεν μπορούσα καν να φανταστώ.

Δεν συγκρίναμε τον πόνο μας.

Κάθε παιδί ήταν ολόκληρος ο κόσμος για τους γονείς του.

Στην αίθουσα αναμονής μας ένωνε όλους το ίδιο πράγμα: περιμέναμε να δούμε τους γιατρούς και να μάθουμε ποιο θα ήταν το επόμενο βήμα.

Δεν χρειαζόταν πάντα να μιλήσουμε.

Ένα βλέμμα ήταν αρκετό.

Μέσα σε εκείνον τον χώρο, ανάμεσα στον φόβο και στην αβεβαιότητα, πήρα μεγάλη δύναμη και απέκτησα μια βαθιά πίστη στη ζωή.

Ο Γιώργος επιστρέφει σπίτι

Ο Γιώργος έτρωγε καλά από την αρχή. Μέσα σε δεκατρείς ημέρες πήρε σχεδόν μισό κιλό και, όταν έφτασε τα δύο κιλά, ήρθε επιτέλους η ώρα να τον πάρουμε σπίτι.

Ήταν τόσο μικρός, που χωρούσε ολόκληρος πάνω σε ένα μαξιλάρι και περίσσευε ακόμη αρκετός χώρος.

Ο χόνδρος στο αυτάκι του δεν είχε σχηματιστεί πλήρως. Κάθε φορά που τον ξάπλωνα, το αυτάκι του έμενε κολλημένο πάνω στο μικροσκοπικό του κεφάλι.

Η συγκίνηση που ένιωσα παίρνοντας τον μαζί μου δεν περιγράφεται.

Αλλά η χαρά δεν μπορούσε να είναι ολόκληρη.

Γιατί άφηνα πίσω στο νοσοκομείο το άλλο μου παιδί.

Και ο Γιώργος έφευγε χωρίς τον δίδυμο αδελφό του.

Μια μάχη χωρίς όπλα

Ο Ηλίας δεν έτρωγε καλά.

Και ύστερα ήρθε, σαν σφαλιάρα, η πρώτη σοβαρή λοίμωξη.

Σηψαιμία.

Μέσα σε όλο αυτό υπήρξε ένας άνθρωπος που δεν θα ξεχάσω ποτέ: η παιδίατρός μας, η Ελευθερία.

Μέχρι σήμερα πιστεύω ότι ο Ηλίας είναι εδώ και χάρη στη γνώση, στην ψυχραιμία και στην αφοσίωσή της. Την ίδια περίοδο, ο δικός της πατέρας νοσηλευόταν επίσης με σηψαιμία. Δυστυχώς, εκείνος δεν τα κατάφερε. Κι όμως, μέσα στον δικό της πόνο, η Ελευθερία συνέχιζε να δίνει τη μάχη για τα παιδιά των άλλων. Ανάμεσά τους και για το δικό μου. Ίσως δεν είναι τυχαίο το όνομά της. Για τη δική μας οικογένεια, θα είναι για πάντα συνδεδεμένο με την ελπίδα και τη ζωή.

Όταν ξεπεράσαμε τη σηψαιμία και τολμήσαμε να πάρουμε μια ανάσα, ήρθε το δεύτερο και ισχυρότερο χτύπημα.

Μηνιγγίτιδα

Γνωρίζαμε ότι, ακόμη κι αν ο Ηλίας ξεπερνούσε τη λοίμωξη, υπήρχε το ενδεχόμενο να αφήσει συνέπειες στην υγεία και στην ανάπτυξη του. Ξαφνικά δεν φοβόμουν μόνο για τη ζωή του. Φοβόμουν και για ολόκληρο το μέλλον του.

Ήταν μια μάχη χωρίς όπλα.

Μέχρι τότε ένιωθα ότι είχα σηκώσει τα μανίκια και είχα βάλει όλες μου τις δυνάμεις σε λειτουργία. Παρόλο που ήμουν μόλις 23,5 ετών και δεν γνώριζα σε τι πόλεμο πήγαινα να πάρω μέρος, είχα αποφασίσει να παλέψω.

Με τη μηνιγγίτιδα, όμως, η δύναμη μου δεν υπήρχε πια. Τα σηκωμένα μανίκια είχαν πέσει. Τα πήγαινε-έλα, οι αναμονές και οι ενημερώσεις των γιατρών με είχαν κάνει ράκος. Με είχαν τσακίσει. Και το δυσκολότερο ήταν ότι δεν μπορούσα να κάνω τίποτε άλλο από το να περιμένω. Εγώ έδινα τη δική μου μάχη ως μητέρα. Οι γιατροί και οι νοσηλευτές τη δική τους. Και τα παιδιά μου έδιναν τη δική τους μάχη, χωρίς λέξεις, με κάθε ανάσα, κάθε χτύπο της καρδιάς και κάθε γραμμάριο που κέρδιζαν.

Όσο εκείνα συνέχιζαν, όφειλα να συνεχίσω κι εγώ.

Ο φόβος ήρθε μαζί μας μέχρι την έξοδο

Δύο μήνες αργότερα, ο Ηλίας είχε φτάσει τα τρία κιλά. Είχαμε ξεπεράσει και τη δεύτερη λοίμωξη και πλησίαζε επιτέλους η ημέρα που θα έφευγε από τη Μονάδα. Και τότε, στο τελευταίο εγκεφαλογράφημα, εμφανίστηκε μια σκιά. Ήταν το τελειωτικό χτύπημα.

Δεν θυμάμαι πλέον όλες τις ιατρικές λέξεις. Θυμάμαι μόνο ότι, τη στιγμή που πίστεψα πως έφτανε το τέλος αυτής της δοκιμασίας, η αβεβαιότητα επέστρεψε. Ο Ηλίας έφυγε από τη Μονάδα. Ο φόβος, όμως, ήρθε μαζί μας στο σπίτι.

Οι οδηγίες ήταν πολύ συγκεκριμένες: εξετάσεις κάθε μήνα, ασκήσεις, ακουογράμματα, συνεχής παρακολούθηση και μια καινούργια για την εποχή προληπτική ένεση, η οποία θα βοηθούσε τα παιδιά να προστατευθούν από σοβαρές αναπνευστικές λοιμώξεις. Κάναμε όλα όσα χρειαζόταν. Όχι επειδή αισθανόμουν πια δυνατή, αλλά επειδή αυτό όφειλα να προσφέρω στα παιδιά μου.

Η έξοδος από τη Μονάδα δεν ήταν το τέλος της αγωνίας. Ήταν η αρχή μιας διαφορετικής ζωής, μετρημένης σε ραντεβού, εξετάσεις και την αναμονή για το επόμενο καλό αποτέλεσμα. Ώσπου, λίγο λίγο, αρχίσαμε να αναπνέουμε ξανά.

Είκοσι τρία χρόνια μετά

Σήμερα ο Γιώργος και ο Ηλίας είναι 23 ετών. Όλα πήγαν καλά. Και όταν τους κοιτάζω, δεν βλέπω μόνο δύο νέους άντρες. Βλέπω δύο μωρά, 1.700 και 1.400 γραμμαρίων, που από την πρώτη τους ανάσα έδωσαν τη δική τους μάχη για τη ζωή.

Βλέπω τον Γιώργο να χωρά πάνω σε ένα μαξιλάρι. Βλέπω τον Ηλία μέσα στη θερμοκοιτίδα. Βλέπω τα καλώδια της πρώτης μας αγκαλιάς, τις παγοκύστες, τις στολές και τις ατελείωτες διαδρομές. Βλέπω τη μητέρα μου να παίρνει μια αδιανόητη απόφαση για να προστατεύσει το παιδί της. Βλέπω την αδελφή μου, τον πατέρα των παιδιών, τους γιατρούς, τους νοσηλευτές και όλους τους γονείς που περίμεναν μαζί μας έξω από τη Μονάδα. Και βλέπω την Ελευθερία. Τη γυναίκα που, ενώ έχανε τον δικό της πατέρα, συνέχιζε να παλεύει για το δικό μου παιδί.

Για χρόνια πίστευα ότι ο δικός μου ρόλος ήταν να μεγαλώσω τα παιδιά μου. Σήμερα πιστεύω ότι εκείνα μεγάλωσαν εμένα. Μου έμαθαν ότι η δύναμη δεν είναι ανεξάντλητη. Ότι ακόμη και η πιο δυνατή μητέρα μπορεί να λυγίσει. Και ότι θάρρος δεν σημαίνει να μη φοβάσαι, αλλά να κάνεις το επόμενο βήμα ακόμη κι όταν δεν γνωρίζεις πού θα σε οδηγήσει.
Τα παιδιά μου δεν ήρθαν μόνο για να τα διδάξω. Ήρθαν για να με διδάξουν εκείνα.
Είκοσι τρία χρόνια αργότερα, δεν θυμάμαι μόνο τον φόβο.

Θυμάμαι την αγάπη.

Την ευγνωμοσύνη.

Τους ανθρώπους που μας κράτησαν όρθιους όταν οι δικές μας δυνάμεις δεν έφταναν.

Και το θαύμα ότι σήμερα είμαστε όλοι μαζί.

Αν διαβάζεις αυτή την ιστορία ενώ το παιδί σου βρίσκεται σε μια θερμοκοιτίδα, δεν μπορώ να γνωρίζω πώς θα εξελιχθεί η δική σας διαδρομή. Ούτε μπορώ να σου ζητήσω να είσαι δυνατή κάθε στιγμή.

Μπορώ μόνο να σου πω ότι σε καταλαβαίνω.

Επιτρέπεται να φοβάσαι.

Επιτρέπεται να κουραστείς.

Επιτρέπεται να λυγίσεις.

Δεν αγαπάς λιγότερο το παιδί σου επειδή δεν μπορείς να είσαι ατρόμητη.

Κι όταν δεν μπορείς να δεις ολόκληρο τον δρόμο, κάνε μόνο το επόμενο βήμα.

Αυτό έκανα κι εγώ. Μία ημέρα τη φορά. Μία διαδρομή τη φορά. Μία ανάσα τη φορά.

Μέχρι που, χωρίς να το καταλάβουμε, φτάσαμε εδώ. Όλοι μαζί.


Αν η Ειρήνη είχε απέναντί της μια γυναίκα που περνά σήμερα κάτι παρόμοιο, θα της έλεγε:

“Να μην κρίνεις τη μητρότητά σου από όσα δεν μπορείς να προσφέρεις αυτή τη στιγμή. Το ότι δεν μπορείς να κρατήσεις, να θηλάσεις ή να προστατεύσεις το παιδί σου όπως είχες φανταστεί, δεν σε κάνει λιγότερο μητέρα. Να εμπιστευτείς τους ανθρώπους που φροντίζουν το παιδί σου, να ζητήσεις βοήθεια όταν τη χρειάζεσαι και να θυμάσαι ότι δεν χρειάζεται να ξέρεις από σήμερα πώς θα είναι όλη η ζωή του. Σήμερα αρκεί να είσαι εκεί, όσο και όπως μπορείς.”


, ,

Δεν είσαι μόνη.
Ίσως η ιστορία αυτή να σου θύμισε κάτι δικό σου. Και ίσως, κάπου εκεί έξω, υπάρχει μια γυναίκα που χρειάζεται να ακούσει τη δική σου ιστορία για να νιώσει λίγο λιγότερο μόνη.
Δεν χρειάζεται να γράψεις το όνομά σου.
Δεν χρειάζεται να αποκαλύψεις ποια είσαι.
Αρκεί η ιστορία σου.
👉 Μοιράσου τη δική σου ιστορία

Οι ιστορίες που δημοσιεύονται εκφράζουν προσωπικές εμπειρίες και δεν υποκαθιστούν επαγγελματική ιατρική, ψυχολογική ή νομική συμβουλή. Αν αντιμετωπίζετε ένα σοβαρό ζήτημα, απευθυνθείτε στον κατάλληλο επαγγελματία.

Αν επιλέξεις να σχολιάσεις, κάν’ το με σεβασμό, κατανόηση και ευγένεια.


Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *